Μνημόνια τέλος. Και τώρα τι;

16/07/2018, 12:02
mnimonio

Γράφει ο Σήφης Βαλυράκης, πρώην υπουργός

Οι βαθύτερες αιτίες και τα δεδομένα της εξέλιξης είναι κρίσιμα στοιχεία για την κατανόηση ενός προβλήματος. Η ανάλυση, η ιστορική αλήθεια και βέβαια η εμπειρία είναι τα βασικά εργαλεία της επίλυσης για τα εξαιρετικά σύνθετα πολιτικά ζητήματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα σήμερα.

Η αποδυνάμωση της Ελλάδας από τους δανειστές, η συρρικνούμενη κυριαρχία, η κλιμακούμενη επιθετικότητα της Τουρκίας, η οικονομική καχεξία, η ανεργία, το δημογραφικό και το μεταναστευτικό διαμορφώνουν ένα εφιαλτικά απειλητικό σκηνικό. Είναι εμφανές πως η Τουρκία αισθάνεται την Ελλάδα αποδυναμωμένη και θεωρεί ότι δημιουργείται ευκαιρία για να προωθήσει τις πάγιες επιδιώξεις της σε βάρος μας. Από την άλλη, οι δανειστές με την μονόπλευρη προσήλωσή τους στη λιτότητα και έχοντας την Ελλάδα σε ιδιότυπη ομηρία επιβάλουν τους όρους τους. Δεν επιθυμούν με τη λήξη της δανειακής σύμβασης την Ελλάδα ελεύθερη. Σκαρφίζονται «Εργαλεία Ενισχυμένης Επιτήρησης» και «Μεταμνημονιακή Εποπτεία», για την περίοδο μετά τις 20 Αυγούστου που λήγει το τρέχον πρόγραμμα.

Η δημόσια περιουσία μας έχει ήδη δεσμευθεί για 99 χρόνια και έχουμε εκβιαστεί σε επαχθή πρωτογενή πλεονάσματα για χρόνια μετά τη λήξη των μνημονίων. Η συμβατική υποχρέωση όμως των δανειστών για την ουσιαστική ελάφρυνση του χρέους μας εκκρεμεί. Η Γερμανία, εκμεταλλευόμενη την ανάγκη για την «βιωσιμότητα του χρέους», μεθοδεύει νέα επώδυνα «μεταμνημονιακά προαπαιτούμενα» και μας επιβάλλει λιτότητα μέχρι το 2060.

«Ή Ελλάδα θα εξαλείψει το χρέος, ή το χρέος θα καταστρέψει την Ελλάδα», έλεγε προφητικά ο Ανδρέας Παπανδρέου το 1993. Η αποτελεσματική στρατηγική που εφάρμοσε παραμένει επίκαιρη. Απαντούσε με επιτυχία στα ζητήματα που αντιμετώπιζε τότε η Ελλάδα και που έχουν ευθεία αναλογία με το σήμερα. «Το θέμα της ασφάλειας και εδαφικής ακεραιότητας, αποτελεί κυρίαρχο στόχο μας» (Πάντειος, 12 Μαρτίου 1990). «Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες» έλεγε. Η επιτυχία της πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής του Α. Παπανδρέου ανάδειξε την Ελλάδα ισότιμο παίκτη στη διεθνή σκακιέρα και οδήγησε την και τότε επιθετική Τουρκία σε υποχώρηση. Ο Α. Παπανδρέου παρέλαβε ως πρωθυπουργός το 1981 από τη Νέα Δημοκρατία (Γ. Ράλλης) ύφεση, ελλείμματα και χρεοκοπία (Έκθεση Αβέρωφ).

Το 1981 το δημόσιο χρέος πράγματι ήταν χαμηλό (34,5% ΑΕΠ). Το χρέος τότε το κρύβαμε σαν «μαγική εικόνα» και «κάτω από το χαλί». Πρώτον γιατί τυπωνόταν άπλετο χρήμα από το νομισματοκοπείο στον Χολαργό, που δημιουργούσε πληθωρισμό πάνω από 25%. Δεύτερον, γιατί δίνονταν αφειδώς άτοκα, χαριστικά δάνεια από τα αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείων (έτσι χρεοκόπησαν τα ασφαλιστικά ταμεία). Τρίτον, γιατί οι τράπεζες, κυρίως η Εθνική Τράπεζα, έδιναν δάνεια με εξευτελιστικά επιτόκια, με πολιτικές αποφάσεις της νομισματικής επιτροπής του υπουργείο Συντονισμού. Το αποτέλεσμα ήταν πλήρης χρεοκοπία στο τραπεζικό σύστημα. Ο Α. Παπανδρέου σταθεροποίησε τα δημοσιονομικά. Επέβαλε άλλο οικονομικό μοντέλο στην ελληνική οικονομία και δρομολόγησε ανάπτυξη. Κατάργησε τον εσωτερικό κρυφό δανεισμό και εξασφάλισε διαφανή δανεισμό από τις διεθνείς αγορές. Προώθησε παραγωγικές επενδύσεις και παρέδωσε το πρώτο εξάμηνο του 1989 ανάπτυξη (5%), ελεγχόμενο χρέος (67% του ΑΕΠ) και μηδενικό εξωτερικό δανεισμό για τα δύο τελευταία χρόνια (εθνικοί λογαριασμοί, εξέλιξη χρέους). Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1993, με κλονισμένη υγεία ο Α. Παπανδρέου και με υπουργό συντονισμού τον Γ. Γεννηματά παρέλαβε και πάλι ως πρωθυπουργός από τη Νέα Δημοκρατία (Κ. Μητσοτάκης) βαθιά ύφεση και χρεοκοπία, με υπερδιπλάσιο δημόσιο χρέος από αυτό που παρέδωσε το 1989 (Υπουργικό Συμβούλιο, Δεκέμβριος 1993).

Καταφέρνει με τιτάνια προσπάθεια να οδηγήσει ξανά την ελληνική οικονομία σε σταθεροποίηση και ανάκαμψη. Χωρίς να διαταραχθεί η οικονομική ζωή της χώρας και χωρίς η ελληνική κρίση να γίνει αισθητή από τις διεθνείς αγορές. Είναι όμως γεγονός πως η νεοφιλελεύθερη εμμονή της συντηρητικής παράταξης της Νέας Δημοκρατίας και η δημοσιονομική κακοδιαχείριση οδήγησε τη χώρα μας σε χρεοκοπία σε τρεις περιόδους: 1981 (Γ. Ράλλης), 1993 (Κ. Μητσοτάκης) και 2009 (Κ. Καραμανλής). Η Ελλάδα βρισκόταν το 2004 (Κ. Σημίτης) στην 30ή θέση στην παγκόσμια ανταγωνιστικότητα. Η διεθνής αξιολόγηση ανάμεσα σε 140 χώρες (World Economic Forum) κατατάσσει την Ελλάδα σήμερα στην 87η θέση ανταγωνιστικότητας (12 θέσεις πίσω από την Αλβανία). Ενώ υπάρχει πιεστική ανάγκη για θέσεις εργασίας και ταχύρυθμη ανάπτυξη οι μεν δανειστές επιμένουν σε υφεσιακά μέτρα συμπίεσης της πραγματικής οικονομίας και εμείς παραπαίουμε ανάμεσα στην απουσία στρατηγικής και στις λάθος πολιτικές που αποτέλεσαν τη γενεσιουργό αιτία του σημερινού προβλήματος.

Το ζήτημα αφορά το κράτος και την «παραγωγικότητα των θεσμών», την «ευφυή» παραγωγικότητα. Χρειάζεται μακρόπνοος σχεδιασμός και είναι αναγκαία η στενή συνεργασία και ο συντονισμός δημόσιου, ιδιωτικού και κοινωνικού τομέα. Αν δεν αλλάξει η στρατηγική μας σε αυτό το πεδίο είναι αδύνατον να προκύψει ανάπτυξη. Η ανταγωνιστικότητα της χ ία όμως η «Εθνική Συνεννόηση». ώρας μας θα παραμένει χαμηλή. Το πολύτιμο ανθρώπινο δυναμικό μας θα μένει ανεκμετάλλευτο και θα φεύγει στο εξωτερικό. λευρη κρίση που περνά η χώρα μαςαι κΟφείλουμε να ξεπεράσουμε τους εγωισμούς, το ανόητο και αδιέξοδο συγκρουσιακό πολιτικό κλίμα. Να εξορκίσουμε την κατάρα του μίζερου «δεν γίνεται». Η Ελλάδα έχει γεωστρατηγικό πλεονέκτημα και μοναδικές, ανεκμετάλλευτες δυνατότητες. Οι Έλληνες μπορούν θαύματα. Είναι απολύτως αναγκαία όμως η «Εθνική συνεννόηση». Να διαπραγματευτούμε σε άλλη, εθνική βάση με τους δανειστές, εταίρους και συμμάχους μας. Να συγκροτήσουμε αποτελεσματική στρατηγική αποτροπής απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα και να χαράξουμε αξιόπιστη «Εθνική στρατηγική» για την έξοδο της χώρας μας από τη κρίση που μας ταλανίζει τόσα χρόνια.