ΔΝΤ: Κίνδυνος από Επανεμφάνιση Παγκόσμιων Ανισορροπιών

Newsroom
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) επισημαίνει με ανησυχία την επανεμφάνιση σημαντικών παγκόσμιων εξωτερικών ανισορροπιών, ένα ζήτημα που, αν και σπάνια κυριαρχεί στα πρωτοσέλιδα, έχει ιστορικά συνδεθεί με μείζονες οικονομικές καταρρεύσεις των τελευταίων δεκαετιών. Ενώ η προσοχή των επενδυτών και των κυβερνήσεων εστιάζει συχνά στον πληθωρισμό, τα επιτόκια, τα δημόσια χρέη ή τις χρηματιστηριακές διακυμάνσεις, το ΔΝΤ υπογραμμίζει την ανάδυση αυτού του βαθύτερου και πιο σύνθετου προβλήματος.
Σύμφωνα με τις πρόσφατες αναλύσεις του Ταμείου, τα ελλείμματα και τα πλεονάσματα που συσσωρεύουν οι μεγάλες οικονομίες του πλανήτη αυξάνονται ξανά, αντιστρέφοντας τη σταδιακή αποκλιμάκωση που είχε παρατηρηθεί μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Το φαινόμενο αυτό αφορά κυρίως τη σχέση μεταξύχωρών που αποταμιεύουν και εξάγουν περισσότερο από όσο καταναλώνουν, και εκείνων που εισάγουν περισσότερο από όσο παράγουν. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται η Κίνα, η Γερμανία, η Ολλανδία και η Ιαπωνία, ενώ στη δεύτερη κυριαρχούν οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες συνεχίζουν να λειτουργούν ως ο μεγαλύτερος «απορροφητής» της παγκόσμιας αποταμίευσης.
Η ανησυχία του ΔΝΤ δεν περιορίζεται στο μέγεθος αυτών των ανισορροπιών, αλλά κυρίως στον τρόπο με τον οποίο μπορούν να εξελιχθούν σε καταλύτη μιας νέας διεθνούς κρίσης. Όπως σημειώνει το Ταμείο, η ιστορική εμπειρία καταδεικνύει ότι η αύξηση των εξωτερικών ανισορροπιών συχνά συνοδεύεται από στρεβλή ανάπτυξη, υπερβολική εξάρτηση από τις χρηματοπιστωτικές ροές και αυξημένη πιθανότητα απότομων διακοπών της χρηματοδότησης. Αυτό σημαίνει ότι όταν χώρες και αγορές βασίζονται σε ξένα κεφάλαια, η ξαφνική διακοπή αυτών των ροών μπορεί να προκαλέσει σοβαρές οικονομικές αναταράξεις.
Η περίπτωση της Ισπανίας πριν από την κρίση του 2008 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μετά την ένταξή της στην ευρωζώνη, η χώρα επωφελήθηκε από χαμηλά επιτόκια και αφθονία ξένων κεφαλαίων, οδηγώντας σε γενναιόδωρη χρηματοδότηση της αγοράς ακινήτων και γρήγορη οικονομική ανάπτυξη. Ωστόσο, αυτή η ανάπτυξη βασιζόταν σε ολοένα μεγαλύτερη εξάρτηση από κεφάλαια που προέρχονταν κυρίως από τη Γερμανία και άλλες πλεονασματικές οικονομίες. Με το ξέσπασμα της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης και την απόσυρση κεφαλαίων, η Ισπανία αντιμετώπισε βαθιά ύφεση, εκτόξευση της ανεργίας και μια πολυετή περίοδο επώδυνης προσαρμογής.
Σήμερα, οι φόβοι επικεντρώνονται κυρίως στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να καταγράφουν μεγάλα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, ενώ η Κίνα εμφανίζει και πάλι σημαντικά πλεονάσματα. Ορισμένοι οικονομολόγοι, όπως ο Μπραντ Σέτσερ του Council on Foreign Relations, εκτιμούν μάλιστα ότι το πραγματικό πλεόνασμα της κινεζικής οικονομίας είναι μεγαλύτερο από το επισήμως καταγεγραμμένο, γεγονός που θα μπορούσε να υποδηλώνει πιο σοβαρές ανισορροπίες στο διεθνές οικονομικό σύστημα.
Την ίδια στιγμή, κορυφαίες φωνές της διεθνούς οικονομικής σκέψης προειδοποιούν για την είσοδο του κόσμου σε μια νέα εποχή οικονομικού ανταγωνισμού. Ο επικεφαλής οικονομικός αναλυτής των Financial Times, Μάρτιν Γουλφ, περιγράφει τη σημερινή περίοδο ως μια νέα «νεομερκαντιλιστική εποχή», όπου οι χώρες επιδιώκουν να ενισχύσουν τη γεωπολιτική τους ισχύ μέσω εξαγωγών και συσσώρευσης πλεονασμάτων. Αυτή η λογική, όπως σημειώνει, έχει επανειλημμένα εμφανιστεί στην οικονομική ιστορία και συχνά συνοδεύτηκε από περιόδους εντάσεων, εμπορικών συγκρούσεων και βαθιών κρίσεων.
Οι σημερινές συνθήκες παρουσιάζουν ορισμένες ανησυχητικές ομοιότητες με το παρελθόν, αλλά διαθέτουν και νέα χαρακτηριστικά που ενδέχεται να καταστήσουν μια μελλοντική κρίση ακόμη πιο σύνθετη. Σε αντίθεση με το 2008, το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι πλέον πολύ πιο διασυνδεδεμένο. Τα κεφάλαια μετακινούνται με πρωτοφανή ταχύτητα, οι αγορές είναι περισσότερο αλληλοεξαρτώμενες και η μόχλευση παραμένει υψηλή σε πολλές περιοχές του συστήματος. Επιπλέον, οι αποτιμήσεις των αμερικανικών τεχνολογικών μετοχών βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, το ιδιωτικό χρέος έχει αυξηθεί σημαντικά και το δημόσιο χρέος πολλών κρατών αγγίζει επίπεδα που είχαν να παρατηρηθούν από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ο καθηγητής Οικονομικών του Πανεπιστημίου της Κορέας, Λι Τζονγκ-Γουά, επισημαίνει ότι ο κίνδυνος σήμερα δεν προέρχεται αποκλειστικά από το μέγεθος των ανισορροπιών, αλλά από το γεγονός ότι αυτές συνδυάζονται με ένα ιδιαίτερα εύθραυστο χρηματοπιστωτικό περιβάλλον. Η συγκέντρωση επενδυτικώνκεφαλαίων σε λίγους τομείς, η μεγάλη έκθεση θεσμικών επενδυτών σε συγκεκριμένες αγορές και η εξάρτηση πολλών οικονομιών από συνεχή εισροή ξένων κεφαλαίων δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου ένα απρόβλεπτο γεγονός μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται και η πολιτική των δασμών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επιχειρήσει τα τελευταία χρόνια να περιορίσουν τα εμπορικά τους ελλείμματα μέσω προστατευτικών μέτρων και αυξημένων δασμών, ειδικά απέναντι στην Κίνα. Ωστόσο, το ΔΝΤ θεωρεί ότι η αποτελεσματικότητα αυτής της στρατηγικής είναι περιορισμένη. Οι δασμοί μπορεί να επηρεάζουν τις εμπορικές ροές βραχυπρόθεσμα, αλλά δύσκολα αντιμετωπίζουν τις βαθύτερες αιτίες των ανισορροπιών, οι οποίες σχετίζονται με τα επίπεδα αποταμίευσης, κατανάλωσης και επενδύσεων στο εσωτερικό κάθε οικονομίας.
Η πραγματική λύση, σύμφωνα με τους περισσότερους αναλυτές, θα απαιτούσε συντονισμένες κινήσεις από τις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου. Η Κίνα θα έπρεπε να ενισχύσει την εγχώρια κατανάλωση και να περιορίσει την εξάρτησή της από τις εξαγωγές, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε να αυξήσουν την αποταμίευση και να μειώσουν τα δημοσιονομικά τους ελλείμματα. Ωστόσο, η πολιτική πραγματικότητα καθιστά ένα τέτοιο σενάριο εξαιρετικά δύσκολο, καθώς το Πεκίνο εξακολουθεί να στηρίζει μεγάλο μέρος της ανάπτυξής του στη βιομηχανική παραγωγή και τις εξαγωγές, ενώ η Ουάσιγκτον παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα μοντέλο που βασίζεται στην κατανάλωση και στη συνεχή αύξηση του δημόσιου χρέους.
Το ανησυχητικό μήνυμα που εκπέμπουν το ΔΝΤ και πολλοί κορυφαίοι οικονομολόγοι δεν είναι ότι μια νέα κρίση είναι αναπόφευκτη ή ότι θα ξεσπάσει άμεσα. Είναι ότι το διεθνές οικονομικό σύστημα εμφανίζει ξανά τις ίδιες βαθιές ανισορροπίες που στο παρελθόν λειτούργησαν ως υπόβαθρο για μεγάλες αναταράξεις. Και σε έναν κόσμο όπου η γεωπολιτική αντιπαράθεση εντείνεται, το χρέος συσσωρεύεται και οι χρηματοπιστωτικές αγορές βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, η επόμενη κρίση ίσως να μην προκληθεί από τις ανισορροπίες αυτές, αλλά είναι πολύ πιθανό να ενισχυθεί δραματικά εξαιτίας τους. Αυτό ακριβώς είναι το σενάριο που σήμερα φοβάται περισσότερο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.



















