ΔΝΤ: Ανάπτυξη 1,8% στην Ελλάδα το 2026 και πληθωρισμός 3,5% – Οι συστάσεις για μέτρα στήριξης, δάνεια, στεγαστικό

28/05/2026, 13:30

Ανάπτυξη 1,8% για φέτος και 1,7% για το 2027, με τον πληθωρισμό στο 3,5% και 2,7% αντίστοιχα, περιμένει για την ελληνική οικονομία το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, καθώς σημειώνει ότι η χώρα εισήλθε στο σοκ που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή με ενισχυμένη δημοσιονομική βιωσιμότητα και χρηματοοικονομική σταθερότητα. Αν και η οικονομία στηρίζεται από τις υψηλότερες δημόσιες επενδύσεις και τα μέτρα στήριξης των νοικοκυριών, οι αυξημένες τιμές της ενέργειας και η ασθενέστερη εξωτερική ζήτηση λόγω του πολέμου επιβαρύνουν την ιδιωτική κατανάλωση και τον τουρισμό, τονίζει ο οργανισμός στην έκθεση για το Άρθρο IV.

Όπως αναφέρει το ΔΝΤ, το ενεργειακό σοκ από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή αποτελεί σημαντικό εμπόδιο για την οικονομία, αλλά οι ισχυρές επενδύσεις και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης στηρίζουν την ανάπτυξη. Οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις για τη μείωση της φοροδιαφυγής έχουν διευρύνει τη φορολογική βάση και έχουν μειώσει την παραοικονομία, δημιουργώντας κάποιο χώρο για τη στήριξη του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, διασφαλίζοντας παράλληλα την ταχεία μείωση του δημόσιου χρέους.

ΔΝΤ: Ανάπτυξη 1,8% και πληθωρισμός 3,5% – Οι συστάσεις για μέτρα στήριξης, δάνεια, στεγαστικό-1

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ, η Ελλάδα θα εμφανίσει δημοσιονομικό πλεόνασμα 0,4% του ΑΕΠ, πρωτογενές πλεόνασμα 3,6% και χρέος στο 136,6% του ΑΕΠ για φέτος. Για το 2027 αναμένεται δημοσιονομικό έλλειμμα 0,3%, πρωτογενές πλεόνασμα 3% και χρέος στο 130,1%.

Το Πρόγραμμα Αξιολόγησης του Χρηματοπιστωτικού Τομέα (FSAP) του 2026, που όπως επισημαίνεται είναι το πρώτο από το 2006, διαπιστώνει ότι οι συστημικοί κίνδυνοι στον χρηματοπιστωτικό τομέα ήταν χαμηλοί πριν από τον πόλεμο και παραμένουν διαχειρίσιμοι.

Το ΔΝΤ τονίζει ότι αν και η ανάπτυξη αναμένεται να μειωθεί στο 1,8% φέτος, μεσοπρόθεσμα προβλέπεται να πέσει στο 1,5%, στο πλαίσιο της μείωσης του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας, με χαμηλή συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό και υποτονική αύξηση της παραγωγικότητας.

Οι κίνδυνοι

Σε ό,τι αφορά τους κινδύνους, το ΔΝΤ σημειώνει ότι είναι καθοδικοί, ιδίως λόγω ενός παρατεταμένου πολέμου, μιας κλιμάκωσης των γεωπολιτικών εντάσεων και του κατακερματισμού του εμπορίου, ενώ οι εγχώριοι κίνδυνοι περιλαμβάνουν καθυστερήσεις στην εκτέλεση έργων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης. Κίνδυνοι για υψηλότερο πληθωρισμό προκύπτουν από περαιτέρω αυξήσεις στις τιμές των βασικών προϊόντων, από την αύξηση των μισθών που ξεπερνά την παραγωγικότητα της εργασίας και από το υψηλότερο κόστος που σχετίζεται με τα κλιματικά σοκ.

Οι συστάσεις

Το ΔΝΤ χαιρετίζει τη συνεχιζόμενη βελτίωση των δημόσιων οικονομικών, όμως τονίζει ότι η εξυγίανση των ισολογισμών του ιδιωτικού τομέα που δεν έχει ολοκληρωθεί και διαρθρωτικά εμπόδια που παραμένουν, επιβαρύνουν τη μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη και τα εξωτερικά ισοζύγια. Το Ταμείο ζητά ένα κατάλληλο μείγμα μακροοικονομικής και χρηματοπιστωτικής πολιτικής και την ολοκλήρωση της ατζέντας διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για την εδραίωση της σταθερότητας που αποκτήθηκε με κόπο, την άρση των περιορισμών στην προσφορά και τη διασφάλιση ισορροπημένης και βιώσιμης ανάπτυξης.

Στο δημοσιονομικό μέτωπο, το ΔΝΤ εξαίρει τις επιδόσεις που παραμένουν πολύ ισχυρές, καθώς οι μεταρρυθμίσεις για τη μείωση της φοροδιαφυγής στηρίζουν τη συνεχιζόμενη μείωση του δημόσιου χρέους και παρέχουν περιθώρια για προσωρινά μέτρα άμβλυνσης του ενεργειακού σοκ.

Το Ταμείο συμφωνεί ότι η διατήρηση των πρωτογενών πλεονασμάτων και η πλήρης αξιοποίηση των διαθέσιμων κονδυλίων της ΕΕ για τη στήριξη των δημόσιων επενδύσεων πέραν του Ταμείου Ανάκαμψης θα συμβάλει στην περαιτέρω μείωση του δημόσιου χρέους και στη διατήρηση ισχυρής ανάπτυξης. Συστήνει την εστίαση στις αποτελεσματικές δημόσιες επενδύσεις και τη διασφάλιση των κοινωνικών δαπανών. Τονίζει, όμως, ότι τα μέτρα στήριξης έναντι των υψηλών τιμών της ενέργειας θα πρέπει να παραμείνουν καλά στοχευμένα και προσωρινά, χωρίς να προκαλούν στρέβλωση στις τιμές. Η περαιτέρω προώθηση των δημοσιονομικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων θα ενισχύσει την αποτελεσματικότητα της δημοσιονομικής πολιτικής, τονίζεται.

Το τραπεζικό σύστημα

Το ΔΝΤ κρίνει ότι οι κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ήταν χαμηλοί πριν από τον πόλεμο και παραμένουν διαχειρίσιμοι, σημειώνοντας ότι το τραπεζικό σύστημα επιδεικνύει ανθεκτικότητα στα stress tests. Συστήνει, ωστόσο, στενή παρακολούθηση των κοινών ανοιγμάτων σε μεγάλες επιχειρήσεις. Ενθαρρύνει, επίσης τη βελτίωση της αντιμετώπισης των παλαιών προβληματικών χρεών που βρίσκονται εκτός του τραπεζικού συστήματος και την εποπτεία των servicers, καθώς και την ενίσχυση της ετοιμότητας για κρίσεις και του διχτυού χρηματοοικονομικής ασφάλειας. Το ΔΝΤ τονίζει ότι η ποιότητα των κεφαλαίων των τραπεζών θα πρέπει να συνεχίσει να βελτιώνεται και ότι θα μπορούσαν να εξεταστούν πρόσθετα μακροπροληπτικά αποθέματα ασφαλείας για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας απέναντι στους οικονομικούς κύκλους.

Το Ταμείο υπογραμμίζει ότι οι φιλόδοξες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις είναι απαραίτητες για την υποστήριξη υψηλότερης, πιο χωρίς αποκλεισμούς και βασισμένης στην παραγωγικότητα ανάπτυξης και τη μείωση των επίμονων ελλειμμάτων τρεχουσών συναλλαγών. Συστήνει την προώθηση του ψηφιακού μετασχηματισμού και την περαιτέρω μείωση των κανονιστικών και διοικητικών βαρών για την προώθηση του ανταγωνισμού και την ενίσχυση της παραγωγικότητας.

Η αύξηση της συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό και η βελτίωση των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού θα βοηθούσαν στην αντιμετώπιση των δημογραφικών πιέσεων και στη στήριξη της ανάπτυξης.

Επιπλέον, η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς της ΕΕ θα αύξανε περαιτέρω την παραγωγικότητα και θα βελτίωνε την οικονομική ανθεκτικότητα.

Οι πολιτικές στέγασης που αποσκοπούν στην αποτελεσματικότερη κινητοποίηση της υπάρχουσας προσφοράς, συμπληρωμένες από καλά σταθμισμένα μέτρα ζήτησης, θα βοηθούσαν στη βελτίωση της προσιτότητας της στέγασης, αναφέρεται, καθώς το ΔΝΤ κάνει εκτενή αναφορά στο στεγαστικό πρόβλημα, προτείνοντας καλύτερη αξιοποίηση του υφιστάμενου αποθέματος κατοικιών, με κίνητρα για ανακαινίσεις, αλλά και επιβαρύνσεις σε κενά ακίνητα, κυρίως στις περιοχές υψηλής ζήτησης.

Τέλος, τα βήματα για την επίτευξη ενεργειακής ασφάλειας χαρακτηρίζονται ευπρόσδεκτα.