Το παράδοξο της μεταπολίτευσης: Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έγινε ποτέ κόμμα εξουσίας;

Κώστας Τσιτούνας
Από την εκτόξευση στην αποσύνθεση: Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έγινε ποτέ ένα πραγματικά μεγάλο κόμμα εξουσίας και γιατί ο Τσίπρας αποτελεί το μοιραίο πρόσωπο της σύγχρονης αριστεράς στην Ελλάδα;
Ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε το πιο εντυπωσιακό πολιτικό φαινόμενο της μεταπολίτευσης. Μέσα σε λίγα χρόνια πέρασε από τα μονοψήφια ποσοστά στην εξουσία, κατέκτησε την κυβέρνηση και κυριάρχησε στον χώρο της Κεντροαριστεράς. Ωστόσο, η πορεία του αποδείχθηκε αντιστρόφως ανάλογη της ταχύτητας με την οποία αναπτύχθηκε. Σήμερα, το κόμμα που κάποτε διεκδικούσε να αποτελέσει τον βασικό πόλο του προοδευτικού χώρου βρίσκεται αντιμέτωπο με τον κίνδυνο πολιτικής περιθωριοποίησης.
Το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί ένα κόμμα που έφτασε τόσο ψηλά δεν κατάφερε ποτέ να μετατραπεί σε ένα ισχυρό, θεσμικά οργανωμένο και διαχρονικό κόμμα εξουσίας.
Η κρίση το εκτόξευσε, αλλά δεν το οικοδόμησε
Η εκλογική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν αποτέλεσμα μιας μακράς οργανωτικής πορείας ούτε της σταδιακής οικοδόμησης κοινωνικών και πολιτικών ερεισμάτων σε ολόκληρη τη χώρα.
Αντίθετα, αποτέλεσε σε μεγάλο βαθμό προϊόν της οικονομικής κρίσης και της κατάρρευσης του παραδοσιακού δικομματισμού. Η κοινωνική οργή απέναντι στα μνημόνια και η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ δημιούργησαν ένα τεράστιο πολιτικό κενό, το οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ κάλυψε αποτελεσματικά ως ο βασικός εκφραστής της αντιμνημονιακής διαμαρτυρίας.
Η εκλογική του διεύρυνση, όμως, ήταν πολύ ταχύτερη από την οργανωτική του ανάπτυξη. Το κόμμα μεγάλωσε εκλογικά χωρίς να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά ενός μεγάλου λαϊκού κόμματος.

Ένα κόμμα χωρίς βαθιές ρίζες στην κοινωνία
Σε αντίθεση με τη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ των προηγούμενων δεκαετιών, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε ποτέ να αναπτύξει ένα πυκνό δίκτυο κομματικών οργανώσεων σε όλη την ελληνική επικράτεια.
Δεν δημιούργησε ισχυρούς μηχανισμούς στην περιφέρεια, ούτε κατάφερε να αποκτήσει βαθιά διείσδυση στην τοπική αυτοδιοίκηση. Οι δήμαρχοι, οι περιφερειάρχες, τα τοπικά στελέχη και οι κοινωνικές δομές που συνήθως αποτελούν τον κορμό ενός κόμματος εξουσίας παρέμειναν περιορισμένοι.
Ακόμη και στα χρόνια της διακυβέρνησής του, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αξιοποίησε την κυβερνητική ισχύ για να δημιουργήσει μια ισχυρή κομματική βάση στην κοινωνία. Παρέμεινε περισσότερο ένα συγκεντρωτικό κόμμα κορυφής παρά ένας ζωντανός πολιτικός οργανισμός με ισχυρή παρουσία στη βάση.
Από κόμμα διαμαρτυρίας σε κυβέρνηση χωρίς μεταβατικό στάδιο
Το μεγαλύτερο ίσως πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ότι πέρασε σχεδόν απευθείας από τον ρόλο της διαμαρτυρίας στον ρόλο της διακυβέρνησης.
Δεν προηγήθηκε η περίοδος πολιτικής και οργανωτικής ωρίμανσης που συνήθως απαιτείται για να κυβερνήσει ένα κόμμα με σταθερότητα και στρατηγικό σχέδιο. Έτσι, όταν ανέλαβε την εξουσία το 2015, βρέθηκε αντιμέτωπος με ευθύνες για τις οποίες μεγάλο μέρος του στελεχιακού του δυναμικού δεν ήταν προετοιμασμένο.
Η αντίφαση ανάμεσα στις προεκλογικές υποσχέσεις και στην πραγματικότητα της διακυβέρνησης δημιούργησε εσωτερικές συγκρούσεις, ιδεολογικές αντιφάσεις και τελικά απογοήτευση σε ένα μεγάλο τμήμα των ψηφοφόρων του.

Οι ιδεολογικές αγκυλώσεις που εμπόδισαν τη μετεξέλιξη
Παρά την προσπάθεια διεύρυνσης προς την Κεντροαριστερά, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε ποτέ να λύσει οριστικά την εσωτερική του αντίφαση.
Από τη μία πλευρά επιδίωκε να εξελιχθεί σε ένα μεγάλο προοδευτικό κόμμα διακυβέρνησης. Από την άλλη, σημαντικά τμήματα του κομματικού μηχανισμού παρέμεναν προσκολλημένα σε λογικές κινηματισμού και ιδεολογικής καθαρότητας.
Η συνύπαρξη διαφορετικών πολιτικών κουλτουρών λειτούργησε ως μόνιμη πηγή εσωστρέφειας. Αντί να μετατραπεί σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατική δύναμη, ο ΣΥΡΙΖΑ έμεινε συχνά εγκλωβισμένος σε εσωτερικές συζητήσεις για την ταυτότητά του.
Ένα κόμμα χτισμένο γύρω από τον Τσίπρα
Η μεγάλη πολιτική επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ συνδέθηκε όσο κανενός άλλου κόμματος με το πρόσωπο του Αλέξη Τσίπρα. Ο πρώην πρωθυπουργός υπήρξε ο βασικός παράγοντας που μετέτρεψε έναν μικρό πολιτικό σχηματισμό σε κόμμα εξουσίας.
Ταυτόχρονα όμως, αυτή η υπερβολική εξάρτηση από τον ηγέτη αποδείχθηκε και η μεγαλύτερη αδυναμία του κόμματος.
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να δημιουργήσει μια νέα γενιά ηγετικών στελεχών με αυτόνομη πολιτική επιρροή. Δεν οικοδόμησε μηχανισμούς που να μπορούν να λειτουργήσουν ανεξάρτητα από τον ιδρυτικό του ηγέτη. Όσο ο Τσίπρας βρισκόταν στην κορυφή, οι αντιφάσεις συγκαλύπτονταν. Όταν αποχώρησε, αναδείχθηκαν με εκρηκτικό τρόπο.

Η αποχώρηση που επιτάχυνε την κρίση
Μετά τις διαδοχικές εκλογικές ήττες και την παραίτηση Τσίπρα, το κόμμα βρέθηκε χωρίς σαφή πολιτική κατεύθυνση και χωρίς συνεκτικό σχέδιο ανασυγκρότησης.
Οι εσωκομματικές συγκρούσεις, οι αποχωρήσεις στελεχών, οι διασπάσεις και η αδυναμία παραγωγής ενός πειστικού αντιπολιτευτικού λόγου επιτάχυναν τη φθορά. Το κόμμα που δημιουργήθηκε γύρω από την προσωπικότητα του Τσίπρα δυσκολεύτηκε να βρει λόγο ύπαρξης χωρίς αυτόν.
Και τώρα, καθώς ο πρώην πρωθυπουργός επιχειρεί την επιστροφή του στην πολιτική σκηνή μέσα από ένα νέο εγχείρημα, πολλοί στον ΣΥΡΙΖΑ θεωρούν ότι ολοκληρώνεται ένας κύκλος που ξεκίνησε με την ίδρυση και την εκτόξευση του κόμματος.
Το παράδοξο του ΣΥΡΙΖΑ
Το μεγάλο παράδοξο είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να κερδίσει την εξουσία χωρίς να αποκτήσει ποτέ τα χαρακτηριστικά ενός μεγάλου κόμματος εξουσίας.
Δεν δημιούργησε ισχυρές οργανώσεις, δεν απέκτησε βαθιές ρίζες στην αυτοδιοίκηση, δεν συγκρότησε ένα πολυπληθές και σταθερό στελεχιακό δυναμικό, ούτε κατόρθωσε να μετατρέψει την εκλογική του επιτυχία σε μόνιμη πολιτική και κοινωνική επιρροή.
Η ιστορία του ίσως αποδειχθεί ως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα ενός κόμματος που κατέκτησε την κορυφή χάρη στις εξαιρετικές συνθήκες μιας εποχής, αλλά δεν μπόρεσε να χτίσει τα θεμέλια που θα του επέτρεπαν να παραμείνει εκεί.
Και αν η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ φέρει τη σφραγίδα του Αλέξη Τσίπρα, αρκετοί υποστηρίζουν σήμερα ότι και η οριστική μετάβαση του κόμματος στη ζώνη της πολιτικής συρρίκνωσης συνδέεται με τις δικές του επιλογές. Με αυτή την έννοια, η φράση που ακούγεται όλο και συχνότερα στους πολιτικούς διαδρόμους συμπυκνώνει μια ολόκληρη εποχή: «Ο Τσίπρας έφτιαξε τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ο Τσίπρας μπορεί να αποδειχθεί και εκείνος που θα κλείσει οριστικά τον κύκλο του».



















