Το Υπουργείο Οικονομικών παρουσίασε νέα ρύθμιση για δάνεια

Κωνσταντίνα Δαλαμάνη
Το Υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε, στις 23 Ιουνίου 2026, νέα νομοθετική ρύθμιση που αφορά τα δάνεια του νόμου Κατσέλη. Η ρύθμιση στοχεύει στην ουσιαστική ελάφρυνση των δανειοληπτών, προβλέποντας μικρότερες μηνιαίες δόσεις, χαμηλότερη οικονομική επιβάρυνση και ταχύτερη αποπληρωμή των οφειλών.
Η νέα ρύθμιση επιτυγχάνει την καθολική εφαρμογή της απόφασης του Αρείου Πάγου, διασφαλίζοντας ότι οι συνεπείς δανειολήπτες δεν θα χρειαστούν εκ νέου προσφυγή στα δικαστήρια. Επίσης, μειώνει ουσιαστικά το κόστος αποπληρωμής, καθώς ο τόκος υπολογίζεται πλέον μόνο επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί ολόκληρου του κεφαλαίου. Παράλληλα, αναγνωρίζονται αναδρομικά τα επιπλέον ποσά που καταβλήθηκαν, τα οποία συμψηφίζονται προς όφελος του δανειολήπτη, μειώνοντας το υπόλοιπο του δανείου ή τον αριθμό των δόσεων. Το κόστος επιμερίζεται δίκαια μεταξύ τραπεζών και του προγράμματος ΗΡΑΚΛΗΣ, ανάλογα με την περίοδο είσπραξης των ποσών, προσφέροντας σημαντικά οφέλη για την Οικονομία.
Οι δανειολήπτες επωφελούνται άμεσα με τη σημαντική μείωση της μηνιαίας δόσης, καθώς ο τόκος αντιστοιχεί πλέον μόνο σε έναν μήνα. Επιπλέον, τα επιπλέον ποσά που κατέβαλαν τα προηγούμενα έτη αναγνωρίζονται ως αποπληρωμένο κεφάλαιο, οδηγώντας σε μείωση τόσο της δόσης όσο και της περιόδου αποπληρωμής.
Ως παράδειγμα αναφέρεται δανειολήπτης που είχε υπόλοιπο οφειλής τον Ιανουάριο 2024 144.500 ευρώ. Με την προηγούμενη μέθοδο υπολογισμού θα πλήρωνε μηνιαία δόση 731 ευρώ για 300 μήνες. Με τη νέα μέθοδο υπολογισμού θα πληρώνει δόση 483 ευρώ, που αντιστοιχεί σε 482 ευρώ αποπληρωμή κεφαλαίου και 1 ευρώ τόκο. Εάν είχε καταβάλει ποσό 731 ευρώ, που αντιστοιχεί στην τοκοχρεωλυτική δόση από τον Ιανουάριο 2024 έως τον Ιούνιο του 2026, θα έχει πληρώσει υπερβάλλον ποσό για 30 μήνες ίσο με 7.440 ευρώ. Συνεπώς, αντί να του απομένουν 270 δόσεις για την αποπληρωμή του δανείου, αυτό το ποσό αφαιρείται από τις δόσεις που έχει να καταβάλει και θα πληρώσει τελικά 255 δόσεις των 483 ευρώ (με την τελευταία δόση να ανέρχεται σε 266 ευρώ). Συνολικά, ο δανειολήπτης αντί να πληρώσει 74.852 ευρώ σε τόκους, θα καταβάλει μόλις 411 ευρώ.
Η ρύθμιση προβλέπει αναδρομικότητα για όσους έχουν ενεργή ρύθμιση και είναι συνεπείς στις πληρωμές τους. Τα επιπλέον καταβληθέντα ποσά αναγνωρίζονται αναδρομικά. Αυτή η αναδρομικότητα δεν προβλεπόταν από την απόφαση του Αρείου Πάγου και τη δίνει η νομοθετική παρέμβαση της κυβέρνησης. Το ποσό αυτό αφαιρείται από το υπόλοιπο της οφειλής και μειώνει τις τελευταίες δόσεις του δανείου, με αποτέλεσμα την ταχύτερη ολοκλήρωση της αποπληρωμής.
Ωστόσο, η αναδρομικότητα δεν ισχύει για υποθέσεις που έχουν κλείσει ή έχουν κηρυχθεί έκπτωτες. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι σε αυτές τις περιπτώσεις είτε η οφειλή έχει ήδη αποπληρωθεί και η κύρια κατοικία έχει διασωθεί, είτε έχουν παραχθεί νομικά αποτελέσματα για τις δύο πλευρές λόγω μη καταβολής δόσεων για σειρά μηνών ή ετών. Η αναδρομική επανεξέταση αυτών των υποθέσεων θα δημιουργούσε σοβαρή νομική και συστημική αβεβαιότητα, καθώς θα απαιτούσε να ανοίξουν ξανά χιλιάδες παλιές υποθέσεις, πολλές από τις οποίες βασίζονται σε δικαστικές αποφάσεις δεκαετίας. Επιπλέον, στις περιπτώσεις όπου ο οφειλέτης έχει εκπέσει από τη ρύθμιση, δεν έχει καταβληθεί σημαντικός αριθμός δόσεων, άρα δεν τίθεται θέμα αναδρομικής επιστροφής για ποσά που δεν πληρώθηκαν ποτέ.
Για τις περιπτώσεις ρύθμισης οφειλών μέσω του ν. 4605/2019 καθώς και του εξωδικαστικού μηχανισμού, η μηνιαία δόση υπολογίζεται ως τοκοχρεολυτική επί του συνολικού ποσού της ρυθμιζόμενης οφειλής, όπως προβλέπεται στον νόμο, στις κανονιστικές πράξεις, στις συμβάσεις των ρυθμίσεων και στον υπολογισμό της εγκεκριμένης ρύθμισης για τον οποίο έχει συμφωνήσει ο δανειολήπτης κατά την ένταξη στη ρύθμιση.
Η μείωση των δόσεων θα έχει αντίκτυπο στις μελλοντικές εισπράξεις του προγράμματος εγγυήσεων «ΗΡΑΚΛΗΣ». Εκτιμάται ότι η συνολική επίδραση θα είναι περίπου 500 εκατομμύρια ευρώ σε βάθος 20ετίας, λόγω των χαμηλότερων δόσεων σε δάνεια συνολικού ύψους 16,5 δισ. ευρώ, καθώς και επιπλέον περίπου 200 εκατομμύρια ευρώ από την αναδρομική εφαρμογή. Ωστόσο, ένα σημαντικό μέρος του κόστους των αναδρομικών δεν θα επιβαρύνει το Δημόσιο, καθώς θα καλυφθεί από τα ίδια τα πιστωτικά ιδρύματα.
Η νομοθετική ρύθμιση κρίθηκε αναγκαία διότι, παρόλο που η απόφαση του Αρείου Πάγου έδωσε τη βασική κατεύθυνση, προέκυψαν διαφορετικές ερμηνείες σχετικά με τη χρονική διάρκεια υπολογισμού των τόκων επί της μηνιαίας δόσης και δεν προσδιορίστηκε τι συμβαίνει με τα αναδρομικά ποσά. Η κυβερνητική παρέμβαση έρχεται να επιλύσει οριστικά αυτές τις ασάφειες, ξεκαθαρίζοντας τον τρόπο υπολογισμού και εξασφαλίζοντας ενιαία εφαρμογή για όλους τους δανειολήπτες, καθιστώντας περιττή την εκ νέου προσφυγή στη δικαιοσύνη. Με τη νομοθέτηση, το όφελος γίνεται καθολικό, εφαρμόσιμο και άμεσα αξιοποιήσιμο δικαίωμα για χιλιάδες δανειολήπτες.




















